Έβαν Σπηλιωτόπουλος, η ελληνική υπογραφή στα σενάρια της Ντίσνεϊ

Έβαν Σπηλιωτόπουλος, η ελληνική υπογραφή στα σενάρια της Ντίσνεϊ

Ήταν βράδυ στην Αθήνα, πρωί στο Λος Αντζελες, και ο συνομιλητής μου, από την ηλιόλουστη Καλιφόρνια, δεν έκρυβε τη χαρά του. Η υπερπαραγωγή της Ντίσνεϊ «Η Πεντάμορφη και το Τέρας» θα έκανε παγκόσμια πρεμιέρα σε λίγες ημέρες και οι προβλέψεις για τις επιδόσεις της στο box office ήταν απογειωτικές. «Ναι, είμαι αισιόδοξος. Απόλαυσα πολύ αυτήν τη δουλειά και την πιστεύω!» μου είπε ο Ευάγγελος Σπηλιωτόπουλος. Μπερδευτήκατε; Τι σχέση έχει ένας Ελληνας με την πολυαναμενόμενη κινηματογραφική εκδοχή του δημοφιλούς παραμυθιού, με πρωταγωνιστές τους Εμα Γουότσον, Νταν Στίβενς, Κέβιν Κλάιν, Λουκ Εβανς, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Eμα Τόμσον, Ιαν Μακέλεν, Στάνλεϊ Τούτσι κ.ά.; Μα, ο συμπατριώτης μας, ο Evan Spiliotopoulos όπως είναι γνωστός στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι ο σεναριογράφος της (μαζί με τον Στίβεν Τσμπόσκι)! «Oταν η εταιρεία Mandeville Films μου έκανε την πρόταση να… αναστήσουμε την “Πεντάμορφη και το Τέρας”, την ταινία κινουμένων σχεδίων του 1991, ενθουσιάστηκα. Η πρόκληση ήταν μεγάλη, γιατί φιλοδοξία μας ήταν να δώσουμε μια αίσθηση παραγωγής Μπρόντγουεϊ στον κινηματογράφο», μου εξηγεί ο Εβαν. Τα κατάφεραν: το φιλμ είναι ένας απολαυστικός συνδυασμός δράσης, ρομαντισμού, χορού και τραγουδιού, με τη Γουότσον να δημιουργεί ένα νέο είδος ηρωίδας της Ντίσνεϊ: όμορφης αλλά και σκεπτόμενης.

Και πώς βρέθηκε ένας Ελληνας στην πιο ανταγωνιστική βιομηχανία του πλανήτη, αυτήν του θεάματος; «Ο πατέρας μου ήταν Πειραιώτης και είχε ένα μικρό εργοστάσιο επεξεργασίας ζάχαρης. Η μητέρα μου Ελληνοαμερικανίδα, γεννημένη στην Ιντιάνα. Ηρθε στην Ελλάδα για να εργαστεί ως καθηγήτρια αγγλικών στην αμερικανική βάση. Γνώρισε τον πατέρα μου και έμεινε λόγω έρωτα». Ο καρπός αυτού του έρωτα, ο μοναχογιός τους, γεννήθηκε στην Αθήνα και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στα Βριλήσια «που τότε ήταν εξοχή, με ελάχιστα σπίτια και τεράστιες αλάνες, όπου έπαιζα με τους φίλους μου ποδόσφαιρο μέχρι το βράδυ», όπως θυμάται ο ίδιος. «Από παιδί αγαπούσα τα βιβλία και το σινεμά. Τελειώνοντας το λύκειο έφυγα για τις ΗΠΑ· αρχικά για το Ντέλαγουεαρ, όπου σπούδασα θεωρία του κινηματογράφου, και στη συνέχεια για το Λος Αντζελες, για μεταπτυχιακό στη σεναριογραφία. Εκεί είχα την τύχη να πιάσω σχεδόν αμέσως δουλειά στο Sci-Fi Chanel, ένα κανάλι που ειδικεύεται σε ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Ηταν καλό ξεκίνημα, απέκτησα εμπειρία. Και το 2000 με προσέλαβε η Ντίσνεϊ στις παραγωγές κινουμένων σχεδίων». Πράγματι, η υπογραφή του, πολύ πριν από την «Πεντάμορφη», υπάρχει σε ταινίες όπως «To βιβλίο της ζούγκλας 2», «Μίκυ, Ντόναλντ, Γκούφι: Οι τρεις σωματοφύλακες», «Η μικρή γοργόνα: Τα πρώτα χρόνια της Αριελ», «Η μάχη της Γης», «Γουίνι το αρκουδάκι». Κι έπειτα μεταπήδησε στις ταινίες ζωντανής δράσης, με πρώτη επιτυχία τον «Ηρακλή» (2014) και, πιο πρόσφατα, την περιπέτεια «Ο κυνηγός: Η μάχη του χειμώνα» (2016).

Πόσες δυσκολίες αντιμετώπισε στη διαδρομή του; «Αμέτρητες! Ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Έχει υπολογιστεί ότι κάθε χρόνο περίπου 10.000 άνθρωποι έρχονται στο Λος Αντζελες από όλο τον κόσμο με το όνειρο να γίνουν είτε ηθοποιοί είτε σκηνοθέτες είτε σεναριογράφοι. Πολλά κορμιά… πέφτουν στη μάχη, ελάχιστοι καταφέρνουν να σταθούν. Δεν χρειάζεται μόνο ταλέντο, αλλά και υπομονή. Αν αντέξεις τα πέτρινα χρόνια, αυτά χωρίς δουλειά δηλαδή, ίσως πετύχεις κάτι. Αντίπαλός σου είναι ο χρόνος. Την εποχή που δέχτηκα την πρόταση της Ντίσνεϊ, είχα χρήματα μόνο για δύο μήνες ακόμη. Είχα αρχίσει να σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να γυρίσω στην Ελλάδα». Και τι θα έκανε εδώ; «Θα γινόμουν ξεναγός!»

Η απάντησή του μου δίνει αφορμή για την επόμενη ερώτηση: πού θα ξεναγούσε ένα γκρουπ Αμερικανών που δεν έχουν επισκεφθεί ποτέ πριν τη χώρα μας; «Στο Μουσείο Ακρόπολης και στον Ιερό Βράχο, καθώς και στη Μύκονο και τη Σαντορίνη – δηλαδή στα πιο γνωστά για τους Αμερικανούς μέρη. Στη Ρόδο γιατί την αγαπώ πολύ, είναι ένα νησί με πολλά πρόσωπα και υπέροχη αρχιτεκτονική. Στη Μακεδονία, για τον αρχαιολογικό χώρο των Αιγών, αλλά και τα υπέροχα ορεινά τοπία και τις πεδιάδες – για να μη νομίζουν ότι η Ελλάδα έχει μόνο νησιά και παραλίες. Αλλά και στην Πελοπόννησο, ειδικά στη Μονεμβασιά».

Αφήνουμε πίσω μας αυτά τα υπέροχα τοπία και επανερχόμαστε στον κινηματογράφο. Ποια είναι γνώμη του; Βλέπει ελληνικό σινεμά; Του αρέσει ο Λάνθιμος; «Το σινεμά του Λάνθιμου δεν είναι ελληνικό, είναι… δικό του. Τον παρακολουθώ, βλέπω ότι βαδίζει στα χνάρια του Ινιαρίτου και ότι έχει ορισμένο κοινό. Οσο η φωνή του είναι πρωτότυπη, θα το διατηρήσει. Επί της ουσίας τώρα, η πρώτη ώρα του “Αστακού” μου άρεσε. Η δεύτερη, για να είμαι ειλικρινής, όχι και τόσο». Τον ρωτώ αν παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στην πατρίδα. «Τα περισσότερα ναι. Διάβασα και όσα γράφτηκαν για την υποτιθέμενη συνεργασία της Πέμης Ζούνη με τον Ανγκ Λι και απόρησα που οι άνθρωποί του δεν έχουν ακόμη αντιδράσει. Αλλά μάλλον έχουμε γίνει τόσο πολύ μικρή χώρα, που απαξιούν ακόμα και να ασχοληθούν μαζί μας. Και αυτό είναι λυπηρό…».

Κλείνουμε την κουβέντα μας με μια γεύση από Ελλάδα. Στην κυριολεξία. Τι του λείπει περισσότερο; «Μη γελάσετε: τα σουβλάκια της πλατείας Αναλήψεως, στη γειτονιά μου, στα Βριλήσια. Τα έτρωγα σαν ποπ κορν! Και το φαγητό που σερβίρουν τα μεζεδοπωλεία του Ψυρρή. Οι μεζέδες είναι ένα κομμάτι της γαστρονομίας μας άγνωστο στο εξωτερικό. Οποιος Έλληνας σεφ έρθει στην Αμερική και ανοίξει τέτοιο μαγαζί, θα κάνει πάταγο».

Πηγή: http: //www.kathimerini.gr/

NO COMMENTS

Leave a Reply