Τα ρημάδια τα λεφτά…

Τα ρημάδια τα λεφτά…

Τί σημαίνει άραγε “έχω λεφτά” για έναν Έλληνα? Η οικονομία όλων των χωρών έχει πάρει την κατιούσα και οι απαισιόδοξοι από εμάς έχουν ήδη θορυβηθεί έχουν δεν έχουν επηρεαστεί. Πότε όμως ένας ‘Ελληνας είναι ικανοποιημένος με τα λεφτά που έχει?

Τί ρωτάς τώρα? Θα μου πείτε. Όταν έχει αρκετά για να ζει άνετα. Τί σημαίνει όμως “άνετα” και γιατί καθένας μας το βλέπει διαφορετικά? Είμαι άνετα όταν βγαίνω για καφέ ημερησίως ή για φαγητό εβδομαδιαίως? Είμαι άνετα όταν πληρώνω όλους μου τους λογαριασμούς στην ώρα τους? Είμαι χαλαρά κε κούλ άνετα όταν μπορώ ν’αγοράσω ένα, δύο, πέντε μπλουζάκια ντόλτσε γκάμπανα? ‘Η μου αρκεί και η “λαική” της Ελλάδος ή τα Outlets της Αμερικής?

Η νοοτροπία του “κλασσικού” ‘Ελληνα βάζει τη διασκέδαση πάνω απ’όλα. Συγκεκριμένα, όχι ακριβώς τη διασκέδαση, αλλά τη βαθύτερη ευχαρίστηση που παίρνει όταν μοιράζεται μια “εμπειρία διασκέδασης” (βλέπε καφέ, μπουζούκια, φαγητό, ρεμπετάδικο κλπ) μαζί με την “παρέα” του. Η διασκέδαση αυτή προϋποθέτει επικοινωνία. Με άλλα λόγια έιναι ανθρωποκεντρική. Τα ξοδεύει τα κακούργα τα λεφτά του μεν, ανθρωποκεντρικά δε.

Από την άλλη έχουμε τον αδυσώπητο καταναλωτισμό της κουλτούρας του “mall”. Τρέχουμε σε έναν κλειστό χώρο με αποπνικτικά ασπρουλιάρικα φώτα που ώρες ώρες αισθάνομαι ότι μου ρουφούν τον αέρα που πάω ν’αναπνεύσω όταν βρίσκομαι εκεί μέσα πάνω από καμια ώρα. Στην Αμερική ο καταναλωτισμός αποθεώνεται. ‘Οχι επειδή δεν υπάρχουν αλλού τόσα ή τόσο καλής ποιότητας αγαθά, αλλά επειδή εδώ τα πράγματα παίρνουν τη θέση του ανθρώπου. Την κλέβουν τη γ…νη τη θέση εκεί που δεν το καταλαβαίνει κανείς. Η αγορά πραγμάτων κάνει τους ανθρώπους μίζερους στην απλή καθημερινότητα τους. Πρέπει να μελετήσουμε το filofax μας για να δούμε πότε σε δύο εβδομάδες θα αφιερώσουμε μια μίζερη ώρα χρόνου για να πάμε “για καφέ” (ναι, καλά, για φαγητό γιατί ποιό ρεστοράν θα θυσιάσει την καρέκλα για ένα καφέ? Προτιμά να την αφήσει άδεια!) με κάποιον συνάδελφο, που δε θα γίνει ποτέ φίλος μας, γιατί δε θα αφιερώσει ποτέ το χρόνο. Οι πιστωτικές κάρτες από την άλλη φουσκώνουν κάθε μέρα με αγορές πραγμάτων που διεκδικούν συνεχώς αυξανόμενα ποσοστά αέρα στα παραγεμισμένα δωμάτια των διαμερισμάτων ή σπιτιών μας.

Η ζωή στην Αμερική μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε μια ανούσια καταναλωτική ύπαρξη μέσα στην οποία ένας άνθρωπος μπορεί να χαθεί σαν πνευματική και πάνω απ’όλα σαν συναισθηματική οντότητα.

Μπαίνοντας σ’ένα λεωφορείο, στο μετρό της Ουάσινκτον ή στην καφετέρια της δουλειάς μου, έχω την αίσθηση πως οι άνθρωποι γύρω μου επιδίδονται σε μια συνεχώς εξελισσόμενη άσκηση με τίτλο “Βρες τη θέση που βρίσκεται όσο πιο μακριά από άλλους άνθρώπους όσο γίνεται.” Και με τά από αυτή την άσκηση, συμπλήρωσε το τεστ “Μη βλέπεις κανένα γύρω σου και κερδίζεις!” ‘Εχω πιάσει και τον εαυτό μου να θέλω να χαθώ στην ανωνυμία και την εγωκεντρικότητα των σκέψεων μου.

Κακολογάμε πολύ τα κινητά στην Ελλάδα και τη μανία του Έλληνα να αλλάζει κινητό τρεις και λίγο. Τώρα όμως που σκέφτομαι τι συμβολίζει η ύπαρξη ενός μικροσκοπικού κινητού πάνω στα τραπεζάκια των διαφόρων καφετεριών στην Ελλάδα νομίζω αλλάζω γνώμη. Αυτό το τηλεφωνάκι δέχεται και παίρνει χίλια μύρια μηνυματάκια και τηλεφωνάκια κάθε μέρα από φίλους και γνωστούς. Με τη βοήθειά του βρίσκεται κανείς συνεχώς ανάμεσα σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται. Ενδιαφέρονται γενικά. Για τον κόσμο, για τους γύρω, για τους πολέμους, για εκείνον.

Και εδώ στην Αμερική υπάρχουν κινητά. Που πηγαίνουν αυτόματα στον τηλεφωνητή όταν καλείς τον αριθμό τους. Το ν’απαντάς το τηλέφωνο είναι τραγικά προσωπικό. Απαιτούμε “απόσταση” από τους συνανθρώπους μας, γιατί εαν αποπροσανατολιστούμε και μιλάμε μ’αυτούς δε θα προλάβουμε να διαβάσουμε τους καταλόγους ρούχων που στριμόχνονται ερμητικά μέσα στα γραμματοκιβώτια μας. Ίσως τελικά προτιμώ να ξοδέψω μερικά λεφτά παραπάνω στο γλυκούλι κινητό που με κρατά σε επαφή με τους ανθρώπους που αγαπώ παρά σε όλα τα πράγματα που προσπαθούν να με απομονώσουν σε μία μοναχική υλιστική γυάλα.

1 COMMENT

Leave a Reply