Εξηγείστε το Πάσχα παρακαλώ!

Εξηγείστε το Πάσχα παρακαλώ!

Θαυμάζω την ιδέα του ανθρώπου που πιστεύει πως θα μπορούσε να εξηγήσει το Πάσχα σε μη Ορθόδοξους/μη Έλληνες. Όχι γιατί είναι δύσκολο να το περιγράψεις, δεν είναι ακριβώς αυτό. Απλως η περιγραφή δεν καταφέρνει τίποτε παραπάνω απ’το να μπερδέψει κάποιον ανεπανάληπτα.

Όσο και αν όλοι γνωρίζουμε πως το Πάσχα αφορά μια βαθιά θρησκευτική γιορτή, στη Ελλάδα η έννοια του Πάσχα και της Ανάστασης έχει πλατύνει με τέτοιο τρόπο ώστε να αγκαλιάζει μια σημειολογεία και ένα κοινό που δεν περιορίζονται στο θρήσκευμα και την ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία του.

Ο κόσμος πηγαίνει στην εκκλησία Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο είτε είναι θρησκευόμενος είτε όχι. Αισθάνεται μια θλίψη τη Μεγάλη Παρασκευή είτε έχει μελετήσει τη θρησκεία και το συμβολισμό της, είτε δεν έχει ασχοληθεί ποτέ του. Πάνω απ’όλα αισθάνεται την αρμονία της παρουσίας τους μέσα σ’ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται τα ίδια συναισθήματα μ’αυτόν. Αισθάνεται άνθρωπος μέσα στο ευάλωτο περιτύλιγμα της θλίψης. Αισθάνεται μαζί με τους υπόλοιπους και εκφράζεται μαζί με όλους τους συνανθρώπους του. Τα αναμένα κίτρινια κεριά της συνοδείας του επιταφίου ανάβουν μια κοινή έκφραση πόνου και γίνονται σημεία μνήμης κάθε ανθρώπου που αγαπήσαμε και χάσαμε. Και εκείνες τις στιγμές που ο επιτάφιος περικυκλώνει την πλατεία τρείς φορές, καθένας μας περικυκλώνει τη θλιψη του και την καθηλώνει, την βάζει για ύπνο -γιατί δεν είναι πια μόνος του μέσα στον πόνο.

Η Ανάσταση, το επόμενο βράδυ, καθυστερεί. Μας ξενυχτάει. Μας λέει, κοίτα να δεις φίλε μου, θα περιμένεις. Δεν είναι όλα εύκολα. Πρώτα θα μοιραστείς το φως. Θα δώσεις και θα σου δώσουν. Μετά θα περιμέρεις να μοιραστείς μια απόλυτη συμβολική ευτυχία. Και μετά θα δεις πως είναι να λάμπεις μαζί με τους ανθρώπους γύρω σου.

Παράξενα πράγματα. Λαμπάδες, κεριά. Κίτρινα, άσπρα.

Θα ήταν εύκολο να πούμε όλα είναι συμβολικά. Ή να πούμε υπάρχει μια απόλυτη αλήθεια και αυτό είναι όλο. Δεν θα ήμασταν ειλικρινείς όμως. Γιατί δεν είναι η λογική ή η αυστηρή θρησκοληψία που φέρνει τα πλήθη στις εκκλησίες το Πάσχα. Αν με ρωτήσετε αυστηρά προσωπικά, βρίσκω το Πάσχα μια σκληρή, αδυσώπητη και οδυνηρή γιορτή. Μου φαίνεται όμως ασύληπτο να μην πάω εκκλησία Μεγάλη Παρασκευή. Γιατί?

‘Ο,τι συμβαίνει το Πάσχα, συμβαίνει σε ένα ασυναίσθητα και παράλληλα συνειδητά ψυχικόπνευματικό επίπεδο. Μπορεί να μη μπορούμε να περιγράψουμε τι ακριβώς βιώνουμε. Ξέρουμε όμως πως χωρίς αυτό θα χάσουμε την πολύτιμη επανεγκατάσταση μιας συναισθηματικής πυξίδας. Εαν λείψουμε εκείνη τη μέρα ίσως πάψει ο πόνος να περιλαμβάνεται στην αίσθηση που έχουμε για το τι σημαίνει ζωή. Ίσως τότε να μη μπορούμε καν να κατανοήσουμε γιατί η Λοξάντρα “έστριβε χαμογελώντας τη γωνία για το νεκροταφίο”(Ιορδανίδου) και γιατί “οι ανθρωποι δεν πεθαίνουν, τα άτομα μόνο πεθνίσκουν, και όταν εσύ μου λες σ’αγαπώ, γενιές μέσα σου μου το λένε.”(Ψυχάρης)

Αυτά που συνειρμικά και αυθόρμητα βρίσκουμε με τη συμμετοχή μας στο σύνολο των ανθρώπουν που συνοδεύουν των Επιτάφιο, δε μπορώ να τα εξηγήσω σε κανέναν με λόγια. Προτιμώ να προσκαλέσω τους φίλους μη Ορθοδόξους να δοκιμάσουν και να μου εξηγήσουν εκείνοι, τι είναι αυτό που βάζει αυτή την εμπειρία στη παράξενα έμπειρη θέση της.

NO COMMENTS

Leave a Reply